ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ LASIK

  • Μπορείτε να έχετε – σχεδόν άμεσα – μια καθαρή, φυσιολογική ή ακόμα και βελτιωμένη όραση.
  • Οι ασθενείς είναι ικανοί να δουν πολύ γρήγορα καθαρά χωρίς γυαλιά ή φακούς επαφής.
  • Χρησιμοποιούμε την τελευταία λέξη της τεχνολογίας από την Excelsius
  • Η επένδυση μας στην τελευταία τεχνολογία της Lasik σημαίνει καλύτερα αποτελέσματα για τους ασθενείς.
  • Η ποιότητα της ζωής βελτιώνεται.

ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΤΗΣ LASIK

Εκατομμύρια επεμβάσεις έχουν εκτελεστεί σε όλο τον κόσμο  και ελάχιστοι από τους ασθενείς παρουσίασαν κάποιο είδος σοβαρής επιπλοκής. Όπως σε κάθε επεμβατική διαδικασία υπάρχουν ρίσκα και οφέλη από αυτήν. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης σας για τη διόρθωση της όρασης, ο γιατρός θα σας δώσει λεπτομερείς εξηγήσεις για αυτά. Πάντα, παίρνουμε κάθε προφύλαξη για να ελαχιστοποιήσουμε τα ρίσκα και εξαντλούμε όλες τις δυνατότητες για να είμαστε σίγουροι ότι κάθε ασθενής είναι καλά ενημερωμένος σχετικά με την Lasik.
Η Lasik όπως και κάθε άλλη επέμβαση έχει βέβαια κινδύνους.

Εν’ τούτοις οι κίνδυνοι της Lasik είναι ελάχιστοι όταν εκτελείται από έναν έμπειρο χειρουργό και μετά από μια λεπτομερή προεγχειρητική εξέταση και αναλυτική συζήτηση των στόχων των ασθενών. Η Lasik είναι μια από τις πιο ασφαλείς , αποτελεσματικές και προβλέψιμες οφθαλμικές επεμβάσεις που υπάρχουν σήμερα. Όμως δεν παύει να είναι μία επέμβαση και όπως σε διάφορους τύπους επεμβάσεων υπάρχουν κίνδυνοι που οι ασθενείς πρέπει να είναι ενημερωμένοι και να έχουν πλήρως κατανοήσει πριν την κάνουν. Οι πληροφορίες εδώ σας παρέχονται για την ενημέρωση σας και δεν μπορούν να αντικαταστήσουν μια ειλικρινή συζήτηση με τον γιατρό σας .

Από την πλευρά της Lasik τα αποτελέσματα διαφέρουν ανάλογα τον ασθενή. Η συντριπτική πλειοψηφία των ασθενών δεν έχει καμία ενόχληση ,αλλά κάποιοι περιγράφουν μια σκιά γύρω από φιγούρες ή αντικείμενα, μια εικόνα με κάποιο είδωλο ή φωτοστέφανα γύρω της, ήπια διακύμανση της όρασης, αίσθημα ξένου σώματος , ξηροφθαλμία , ελαφριά θολούρα ή μείωση της αντίθεσης. Αυτά τα συμπτώματα συνήθως διαρκούν μερικές μόνο μέρες.

Όλοι οι υποψήφιοι της Lasik πρέπει να είναι πλήρως ενημερωμένοι σχετικά με το τι να περιμένουν από τη Lasik, την διαδικασία, την αναμενόμενη μακρινή όραση με κανονικό φως ημέρας καθώς επίσης σε κατάσταση χαμηλού φωτισμού ή σκότους, την κοντινή όραση, την περίοδο σταθεροποίησης της διόρθωσης, το χρόνο της επούλωσης και την τελική οπτική αποκατάσταση καθώς και τους ενδεχόμενους κινδύνους. Οι προσδοκίες από την επέμβαση είναι εξατομικευμένες και προκύπτουν βασικά από την ηλικία, το επάγγελμα, τις ψυχαγωγικές ή αθλητικές δραστηριότητες και άλλες προσωπικές παραμέτρους.
Σημαντική ευθύνη του υποψήφιου της Lasik είναι να έχει καταλήξει στον προσδιορισμό των προσωπικών του στόχων ή πραγμάτων που επιθυμεί να βελτιώσει, χωρίς να είναι εξαρτημένος από τα γυαλιά ή τους φακούς επαφής.
Για να το πραγματοποιήσει αυτό είναι απαραίτητο να έχει ορίσει στην επικοινωνία με τον χειρούργο της Lasik τι ακριβώς θέλει να πετύχει. Είναι σημαντικό για το χειρουργό της Lasik και το προσωπικό να καταλάβουν όλες τις προσδοκίες σας και έτσι να μπορούν να σας εξηγήσουν τι μπορεί να πραγματοποιηθεί και τι όχι. Ακόμα και αν η Lasik διαδικασία είναι ίσως η πιο πετυχημένη σε όλα τα πεδία της ιατρικής σήμερα, είναι δύσκολο ακόμα και για τους πιο επιδέξιους και έμπειρους χειρουργούς της Lasik να εγγυηθούν απόλυτα ότι θα έχετε 20/20 της όρασης χωρίς διόρθωση. Αυτό συμβαίνει επειδή είστε ξεχωριστοί και η επούλωση των ματιών σας διαφέρει από κάποιον άλλο.
Από την άλλη αν δημιουργήσετε μια σειρά από κριτήρια επιτυχίας που σχετίζονται με τις ατομικές δραστηριότητες και τον τρόπο ζωής σας, είναι πολύ πιθανόν ότι ο χειρούργος της Lasik θα μπορεί να προσδιορίσει τις πιθανότητες επιτυχίας για να μπορείτε να κάνετε πράγματα χωρίς γυαλιά ή φακούς επαφής μετά τη Lasik διαδικασία.
Η Lasik οφθαλμική επέμβαση μπορεί σημαντικά να μειώσει την εξάρτηση σας από τα γυαλιά και τους φακούς επαφής, αλλά τελικά οι περισσότεροι ασθενείς θα χρειαστούν κάποια στιγμή γυαλιά για διάβασμα. Μερικοί ανάλογα με το μέγεθος του διαθλαστικού τους προβλήματος μπορεί να χρειαστούν ένα λεπτό ζευγάρι γυαλιά για δραστηριότητες μεγάλων αποστάσεων όπως η οδήγηση τη νύχτα.
Ακόμα και αν δεν έχετε κάνει κάποια οφθαλμική επέμβαση Lasik ή κάποιο άλλο τύπο οφθαλμικής επέμβασης laser, είναι φυσιολογικό και αναμενόμενο ότι του καθενός τα μάτια αλλάζουν ελαφρώς με τον χρόνο, μερικές φορές από τον ένα χρόνο στον άλλο. Μετά τη διαδικασία της Lasik τα μάτια σας θα αλλάζουν ελαφρώς, όχι επειδή η διαδικασία ήταν ασταθής ή ανεπιτυχής, αλλά επειδή όλα τα μάτια αλλάζουν. Για τη συντριπτική πλειοψηφία των ατόμων, η όραση τους δεν θα αλλάξει αρκετά για να χρειαστεί κάποια επιπρόσθετη θεραπεία για τη διόρθωση της μακρινής όρασης.
Για να διορθωθεί το διαθλαστικό σας πρόβλημα, ο χειρούργος της Lasik θα εφαρμόσει ένα συγκεκριμένο ποσό ενέργειας του laser για να επιτύχει την επιθυμητή διόρθωση. Αυτό είναι βασισμένο σε ένα «νομόγραμμα» που ο κάθε χειρούργος της Lasik ακολουθεί.
Εν τούτοις τα άτομα είναι διαφορετικά και ανταποκρίνονται με διαφορετικό τρόπο στην εφαρμογή του laser, έτσι ώστε σπάνια μπορεί να συμβεί μια υποδιόρθωση ή υπερδιόρθωση. Η υποδιόρθωση ή υπερδιόρθωση είναι συχνά προσωρινή. Αν είναι αξιοσημείωτη ο χειρουργός θα καθορίσει τον βαθμό της τρεις μήνες μετά τη Lasik διαδικασία.

Η υποδιόρθωση είναι πιο κοινή από την υπερδιόρθωση. Μια μικρή υποδιόρθωση δεν επηρεάζει σοβαρά την όραση και μπορεί να είναι επιθυμητή για την ακόλουθη πρεσβυωπία σε ασθενείς πάνω από 40 ώστε να βοηθήσει στο διάβασμα. Η υποδιόρθωση διαφέρει και είναι περισσότερο συνηθισμένη στους ασθενείς με υψηλότερα επίπεδα μυωπίας, υπερμετρωπίας ή αστιγματισμού. Για παράδειγμα ένας ασθενής με λιγότερο από 3.00 διοπτρίες μυωπίας έχει λιγότερες από 2% πιθανότητες να χρειαστεί μιας διαδικασία επαναδιόρθωσης. Από την άλλη ένας ασθενής με 9,00 διοπτρίες έχει περισσότερες πιθανότητες να χρειαστεί μια τέτοια διαδικασία.

Ο χειρουργός της Lasik προσπαθεί να μειώσει τα φαινόμενα υποδιόρθωσης και υπερδιόρθωσης χρησιμοποιώντας τα πιο εξελιγμένα laser και αναλύοντας συνεχώς τα αποτελέσματα τους. Ο χειρούργος της Lasik και το προσωπικό του διατηρούν τα δεδομένα και τα αποτελέσματα των ασθενών, από όπου μπορούν να προσαρμόσουν το «νομόγραμμα» τους. Με αυτό το τρόπο ελαττώνουν τις πιθανότητες για υποδιόρθωση ή υπερδιόρθωση.
Μερικές φορές μια αρχική υπερδιόρθωση μπορεί να συμβεί και συνήθως διορθώνεται μόνη της στον πρώτο μήνα περίπου. Ακολουθώντας μια υπερμετρωπική θεραπεία μια υπερδιόρθωση θα σας κάνει προσωρινά μύωπες, κάνοντας σας την όραση σε μεγάλη απόσταση πιο θαμπή και την κοντινή όραση ακόμα καλύτερη. Αυτό συνήθως είναι προσωρινό. Ακολουθώντας μια θεραπεία μυωπίας, μια υπερδιόρθωση θα κάνει την όραση σας για κοντά πιο δύσκολη. Αυτό είναι επίσης προσωρινό. Αυτές οι προσωρινές υποδιόρθωσεις και υπερδιορθώσεις είναι ανεκτές για όλους τους ασθενείς.
Ο χειρουργός της Lasik μπορεί να σας χορηγήσει διαφορετικά ή επιπρόσθετα κολλύρια μετά τη διαδικασία της Lasik αν έχετε μια σημαντική υποδιόρθωση ή υπερδιόρθωση για να βοηθήσει να επουλωθεί ο κερατοειδής ταχύτερα και κατά συνέπεια να διορθωθεί και η όραση. Ο βαθμός μονιμότητας της υπερδιόρθωσης είναι μικρότερος από της υποδιόρθωσης. Αντίστοιχα με την υποδιόρθωση μπορεί να θεραπευτεί και μια σημαντική υπερδιόρθωση . Γενικά οι διορθωτικές επεμβάσεις εκτελούνται εύκολα 3 έως 6 μήνες μετά την αρχική θεραπεία.

Είναι ασυνήθιστο αλλά μπορεί να προκληθεί αστιγματισμός από τη Lasik, έχοντας σαν αποτέλεσμα τη θαμπή όραση μετεγχειρητικά. Ο αστιγματισμός μπορεί εύκολα να εξαλειφθεί γρήγορα με μια θεραπεία υπερδιόρθωσης, είτε υποδιόρθωσης. Μικροί βαθμοί αστιγματισμού είναι εύκολα ανεκτοί και μπορούν ακόμα και να βελτιώσουν την όραση σας σε μερικές περιστάσεις. Αν η όραση σας δεν συμπίπτει με τις προσδοκίες σας και δεν σας επιτρέπει να κάνετε συγκεκριμένα πράγματα που επιθυμούσατε χωρίς να εξαρτάστε από τα γυαλιά ή τους φακούς μετά την αρχική θεραπεία, τότε μπορεί να διορθωθεί εύκολα.

Είναι φυσιολογικό και αναμενόμενο για τους ασθενείς να έχουν μια αίσθηση «χαλικιών» ή «άμμου» στα μάτια μετά τη Lasik. Αυτή η αίσθηση συνήθως τείνει να υποχωρήσει γρήγορα. Είναι σημαντικό να χρησιμοποιείτε πολύ συχνά κολλύρια που λιπαίνουν τον κερατοειδή μετά τη Lasik αφού αυτό θα βοηθήσει τα μάτια σας να επουλωθούν γρήγορα και να ελαχιστοποιηθούν τα συμπτώματα της ξηροφθαλμίας.
Αν έχετε κάποιο ιστορικό ξηροφθαλμίας, είναι σημαντικό να το πείτε στον χειρούργο της Lasik έτσι ώστε να το λάβει υπ’ όψιν πριν τη διαδικασία της Lasik. Αναφέρετε στο γιατρό σας αν έχετε συμπτώματα ξηροφθαλμίας με τους φακούς επαφής ή τα γυαλιά.

Με τις επιφανειακές τεχνικές διόρθωσης των διαθλαστικών σφαλμάτων όπως η PRK και η LASIK ένα τυχαίο εύρημα είναι ο σχηματισμός μιας ελαφριάς ομίχλης. Η ελαφριά ομίχλη είναι μία περίοδος κυτταρικής αντίδρασης που μπορεί να αναπτυχθεί στο κερατοειδικό στρώμα μετά από αυτές τις διαδικασίες. Πιστεύεται ότι είναι το αποτέλεσμα ουσιών που εκκρίνονται από τα επιθηλιακά κύτταρα και εναποτίθενται στο πρόσθιο κερατοειδικό στρώμα. Σοβαρή παρουσία ομίχλης συμβαίνει σε λιγότερο από 1% των ασθενών που έχουν κάνει PRK και είναι ακόμα πιο σπάνια στη Lasik. Ακόμα και μια μέτρια ελαφριά ομίχλη δεν επηρεάζει την όραση .

Μετά από PRK η ελαφριά ομίχλη μπορεί να χειροτερεύσει από την υπεριώδη ακτινοβολία (ακτίνες του ήλιου) .Έτσι είναι σημαντικό να φοράτε καλά γυαλιά ηλίου με υπεριώδη προστασία στον πολύ λαμπερό ήλιο. Η υπεριώδης ακτινοβολία δεν προκαλεί γενικώς ελαφριά ομίχλη μετά από Lasik επέμβαση.
Εάν παρουσιαστεί ελαφριά θολούρα, με τη χρήση ή την αύξηση της συχνότητας των στεροειδών κολλυρίων ή ξεπλένοντας ο χειρουργός με μία κάνουλα κάτω από το flap της Lasik υποχωρεί χωρίς να επηρεάσει την όραση. Πολύ σπάνια, εν’ τούτοις, η ελαφριά ομίχλη μπορεί να προκαλέσει μια μείωση στη ποιότητα και τη διαύγεια της όρασης και πιθανώς μια μείωση στην καλύτερη διορθούμενη όραση.
Η εφαρμογή ενός φαρμάκου που ονομάζεται Mitomycin C στην κερατοειδική επιφάνεια μετά από PRK μπορεί πραγματικά να εμποδίσει την παραγωγή της.

Κατά τη διάρκεια της Lasik διαδικασίας είναι πιθανόν να προκληθεί ένα μικρό γδάρσιμο στον κερατοειδή. Ακόμα και με μία τέλεια τεχνική και με ένα καλά ενυδατωμένο μάτι μπορεί να συμβεί μια μικρή απόπτωση στο επιθήλιο του κερατοειδούς καθώς ο μικροκερατοτόμος δημιουργεί το κερατοειδικό flap. Αυτό συμβαίνει σε ένα πάρα πολύ μικρό ποσοστό της Lasik διαδικασίας επειδή σε μερικά μάτια τα επιφανειακά κύτταρα δεν είναι καλά συνδεδεμένα μεταξύ τους .
Δυστυχώς ,δεν είναι πάντα δυνατόν να διακρίνουμε ποιός κερατοειδής είναι επιρρεπής σε απόπτωση προεγχειρητικά. Ένας πολύ λεπτός θεραπευτικός φακός επαφής μπορεί να τοποθετηθεί στο μάτι από τον χειρούργο εάν αυτό συμβεί. Αυτό βελτιώνει την άνεση και ενισχύει την επούλωση. Ο θεραπευτικός φακός αφαιρείται σε 1 έως 2 μέρες. Ευτυχώς το επιθήλιο αναπτύσσεται τόσο γρήγορα ώστε τα μάτια με μια επιθηλιακή απόπτωση συνήθως επουλώνονται σε 1 έως 2 μέρες, ακόμα και χωρίς φακό επαφής.
Η όραση θα είναι ελαφρώς θαμπή κατά τη διάρκεια του χρόνου της που ιάται η απόπτωση και έπειτα θα καθαρίσει τελείως.

Είναι συνηθισμένο για τους ανθρώπους που φορούν γυαλιά και ειδικά φακούς επαφής, να έχουν συμπτώματα θάμβους είτε να βλέπουν φωτοστέφανα ή φωτεινές ακτίνες τη νύχτα. Όταν η κόρη διαστέλλεται το βράδυ, οι περιφερειακές ακτίνες φωτός διαχέονται περισσότερο πριν φτάσουν στον αμφιβληστροειδή. Αυτή η διάχυση έχει ως αποτέλεσμα το θάμβος και τα φωτοστέφανα.
Τα συμπτώματα αυτά είναι μερικές φορές ενοχλητικά μετά την οφθαλμική επέμβαση Laser. Το φαινόμενο ήταν περισσότερο συχνό παλαιότερα όταν οι θεραπευτικές ζώνες που παρείχαν τότε τα lasers ήταν περιορισμένες. Το πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο αν η κόρη διασταλεί πέρα από τα όρια των ζωνών θεραπείας. Αν και μερικοί ασθενείς μπορεί να δουν φωτοστέφανα ή μια ασάφεια του ειδώλου τις βραδινές ώρες κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα μετά τη θεραπεία, είναι αρκετά ασυνήθιστο αυτά τα συμπτώματα να παρεμποδίζουν τις δραστηριότητες τους. Τα ενοχλήματα συνήθως βελτιώνονται στους πρώτους τρεις μήνες και η συντριπτική πλειοψηφία των σημαντικών προβλημάτων θαμπάδας λύνεται σε λιγότερο από 6 μήνες.

Ένας πολύ μικρός αριθμός ασθενών μπορεί να έχει μια μικρή μείωση της οπτικής οξύτητας μετά τη Lasik οπτική διόρθωση. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να χάσει την ικανότητα διαβάσματος στο κάτω μέρος του πίνακα μέτρησης της μίας έως τρεις γραμμές. Αυτό μπορεί να συμβεί εξ’ αιτίας μη κανονικής επούλωσης με σημαντική ομίχλη , ενός μη κανονικού flap ή δημιουργία ρυτίδων σε αυτό και μπορεί να βελτιωθεί μέσα σε μερικούς μήνες. Προσεχτικές χειρουργικές τεχνικές και καλή παρακολούθηση βοηθάει να ελαχιστοποιήσουμε τις πιθανότητες να συμβεί.
Όλες αυτές οι επιπλοκές είναι πολύ σπάνιες και οι περισσότερες από αυτές τις καταστάσεις μπορεί να προληφθούν και να αντιμετωπισθούν.

Για τους έμπειρους χειρούργους της Lasik, οι κίνδυνοι του κερατοειδικού flap είναι ασυνήθιστοι. Αν συμβούν θα συμβούν κατά τη διάρκεια της επέμβασης. Μερικές φορές μετεγχειρητικά το κερατοειδικό flap μπορεί να μετατοπιστεί ελαφρώς. Είναι σημαντικό λοιπόν κατά τη διάρκεια των πρώτων ωρών να μην τρίβετε τα μάτια σας , να μην πιέζεται τα βλέφαρα υπερβολικά και να κρατήσετε τα μάτια καλά ενυδατωμένα.
Εάν το flap μετατοπιστεί ελαφρώς δημιουργούνται ρυτίδες. Εάν αυτές οι ρυτιδώσεις υπάρχουν στο κέντρο του κερατοειδή μπορεί να προκύψει παραποιημένη όραση και να χρειάζεται να εξομαλυνθεί. Αυτό γίνεται σηκώνοντας το flap και ισιώνοντας το με ένα ειδικό όργανο. Όταν αντιμετωπιστεί νωρίς, αυτό το φαινόμενο εξαλείφεται εντελώς.
Ενώ κάποια προβλήματα με το κερατοειδικό flap μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά την καλύτερη διορθούμενη όραση, στη συντριπτική πλειοψηφία οι επιπλοκές που σχετίζονται με το flap εύκολα διευθετούνται και σπάνια έχουμε σοβαρές επιπτώσεις μακροπρόθεσμα. Αν μια επιπλοκή στο flap συμβεί σε έμπειρο χειρούργο της Lasik μπορεί να τη διαχειριστεί κατάλληλα και αποτελεσματικά.
Αν υπάρχουν προβλήματα με ένα flap, ο χειρούργος σας μπορεί να διαλέξει να μη συνεχιστεί η διαδικασία αλλά να εκτελεστεί αργότερα σε κάποιο άλλο ραντεβού αφότου επουλωθούν τα μάτια σας. Αφήνουμε τον κερατοειδή να επουλωθεί συνήθως δύο με τέσσερις μήνες. Οι επιπτώσεις στην οπτική οξύτητα, από επιπλοκές σχετιζόμενες με το flap στους έμπειρους χειρούργους της Lasik είναι λιγότερο από 0,5 %. Είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό ότι ακόμα και αν αυτές οι επιπλοκές συμβούν, οι επιπτώσεις τους είναι πολύ σπάνιες και σε μερικούς μήνες έχουμε πλήρη αποκατάσταση του προβλήματος.
Σπανιότατα, μερικά επιθηλιακά κύτταρα, μπορούν να επεκταθούν κάτω από το δημιουργημένο flap κατά τη διάρκεια της Lasik διαδικασίας. Αυτοί οι ιστοί δεν δημιουργούν τυπικά κανένα πρόβλημα, αλλά μετεγχειρητικά μπορούν να προκαλέσουν θαμπάδα στην όραση ή ερεθισμό. Αυτό το πρόβλημα μπορεί εύκολα να αναγνωριστεί και να θεραπευτεί με ένα ήπιο σήκωμα του flap καθαρίζοντας τους παγιδευμένους επιθηλιακούς ιστούς.
Η υποστροφή αναφέρεται στη τάση του ματιού να επιστρέψει ελαφρώς προς την προηγούμενη διαθλαστική του κατάσταση. Αυτό συμβαίνει τις περισσότερες φορές στους ασθενείς που κάνουν PRK αλλά σπάνια συμβαίνει και στους ασθενείς με υψηλά επίπεδα μυωπίας, υπερμετρωπίας ή αστιγματισμού που έχουν κάνει Lasik.
Εάν συμβεί μια σημαντική υποστροφή, μπορεί να εκτελεστεί η διαδικασία επαναδιόρθωσης . Η επαναδιόρθωση εκτελείται συνήθως τρείς έως έξι μήνες μετά την κανονική διαδικασία διότι στον χρόνο αυτό σταθεροποιείται η νέα διάθλαση του ασθενή..
Η διάχυτος στρωματική κερατίτις- γνωστή σαν το σύνδρομο «της Eρήμου Σαχάρας»- είναι μία φλεγμονή που καμιά φορά συμβαίνει ανάμεσα στο κερατοειδικό flap και στο υποκείμενο κερατοειδικό στρώμα. Η διάχυτος στρωματική κερατίτις είναι μια πολύ σπάνια φλεγμονώδης αντίδραση που αφήνει μικρά άσπρα αποθέματα κάτω από το κερατοειδικό flap μετά τη Lasik. Η αιτία της αντίδρασης αυτής είναι άγνωστη. Ανάλογα του βαθμού της φλεγμονής μπορεί να μην υπάρχουν συμπτώματα ή να παρατηρείται μια ελαφριά ομίχλη στην όραση.

Η πρόληψη συνίσταται στη διατήρηση καθαρής της επιφάνειας ανάμεσα στις δύο περιοχές που αναφέραμε. Σε αυτό βοηθάει η σχολαστική απομόνωση των βλεφάρων με αποστειρωμένη ταινία για να κρατήσει τις βλεφαρίδες εκτός του χειρουργικού πεδίου και στον καλό καθαρισμό του κερατοειδή ώστε να αφαιρεθούν τυχόν ξένα σώματα που μπορεί να υπάρχουν στα δάκρυα πριν κάνουμε το flap. Όταν διπλωθεί πίσω το flap είναι σημαντικό να προσπαθήσουμε να εμποδίσουμε τη συσσώρευση των ανεπιθύμητων υπολειμμάτων στην ενδιάμεση επιφάνεια . Το ξέπλυμα κάτω από το flap μετά την εφαρμογή του laser μπορεί επίσης να βοηθήσει να εξασφαλίσουμε μια καθαρή ενδιάμεση επιφάνεια.
Παρά τις σχολαστικές χειρουργικές τεχνικές, λιπαρές ή σμηγματογόνες εκκρίσεις από τα βλέφαρα του ασθενή ή και μεταφερόμενες από τον αέρα μικροίνες από τα αποστειρωμένα σκεπάσματα ή άλλα υλικά μπορεί να μαζευτούν κάτω από το flap. Συνήθως αυτό δεν έχει καμία σημασία. Ευτυχώς τα περισσότερα υλικά δεν προκαλούν προβλήματα αν δεν είναι στον οπτικό άξονα. Από το καλό καθάρισμα και στέγνωμα στις γωνίες του ματιού, ο χειρουργός εξασφαλίζει ότι όταν το κερατοειδικό flap επανέλθει στη θέση του, θα καθίσει σε καθαρό έδαφος.
Μετεγχειρητικά τα στεροειδή κολλύρια χρειάζονται για να υποχωρήσει ο ερεθισμός. Τα κολλύρια αυτά εφαρμόζονται για μία εβδομάδα επειδή η διάχυτος στρωματική κερατίτις φθάνει στο μέγιστο δύο έως πέντε ημέρες μετά την επέμβαση. Παρομοίως μια μόνο σταγόνα από ένα μη στεροειδές αντιφλεγμονώδες κολλύριο στο τέλος της επέμβασης είναι απαραίτητο. Αυτό προσφέρει μια σημαντική βοήθεια κατά τη διάρκεια των πρώτων 6 ωρών μετά την επέμβαση Lasik.

Όταν παρουσιάζονται περιπτώσεις διάχυτης στρωματικής κερατίτιδας ανταποκρίνονται στη θεραπεία με στεροειδή κολλύρια. Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να χρειάζεται ο χειρούργος να σηκώσει το κερατοειδικό flap και να ξεπλύνει από κάτω τον φλεγμονώδη ιστό. Όταν αναγνωρισθεί και θεραπευθεί κανονικά, η διάχυτος στρωματική κερατίτις σπάνια επηρεάζει την τελική εικόνα.
Έχει αναφερθεί ένας διαφορετικός τύπος στρωματικής κερατίτιδας, η κεντρική στρωματική κερατίτις. Αυτή εμφανίζεται μέσα στις πρώτες 24 με 48 ώρες και δημιουργεί κεντρικές συλλογές φλεγμονωδών υπολειμμάτων. Τις περισσότερες φορές και το υποκείμενο στρώμα είναι επίσης προσβεβλημένο. Η θεραπεία είναι ίδια με την διάχυτη στρωματική κερατίτιδα. Εν’ τούτοις η όραση μπορεί να είναι πιο επηρεασμένη.
Οι ακριβής αιτίες της διάχυτης και της κεντρικής στρωματικής κερατίτιδας είναι άγνωστες αλλά αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά.

Αν και η μόλυνση είναι η πιο επίφοβη επιπλοκή, είναι αρκετά σπάνια. Ο εκτιμώμενος κίνδυνος είναι 1 στις 10000 περιπτώσεις, συγκρινόμενος με τη συχνότητα του 1% αυτών που φοράνε ετήσιους φακούς επαφής και παθαίνουν τις ίδιες βακτηριακές μολύνσεις.
Αν όμως συμβεί, θα συμβεί μέσα σε 48 έως 72 ώρες μετά τη θεραπεία. Για αυτό είναι σημαντικό να αποφεύγεται κάθε επαφή με παράγοντες που μπορεί να προκαλέσουν μόλυνση, όπως το make up, το ζεστό μπάνιο και το κολύμπι στην πισίνα για την πρώτη εβδομάδα. Επιπλέον είναι επιτακτικό να γίνονται οι προγραμματισμένες επισκέψεις, ακόμα και αν φαίνονται όλα καλά. Θα χρειαστούν αντιβιοτικά κολλύρια μετεγχειρητικά για να βοηθήσουν την παρεμπόδιση μολύνσεων.
Αυτή η ενημέρωση για τους κινδύνους της Lasik, τις επιπλοκές και τον τρόπο αντιμετώπισης του σας παρέχεται ως μια σφαιρική γνώση. Για μια πλήρη κατανόηση των κινδύνων, των επιπλοκών και των αποτελεσμάτων της Lasik οφθαλμικής επέμβασης, το καλύτερο είναι μια αναλυτική συζήτηση της προσωπικής σας κατάστασης με τον χειρουργό της Lasik .