Κερατόκωνος

Ο κερατόκωνος ανακαλύπτεται συνήθως κατά τη διάρκεια μιας εξέτασης ρουτίνας από τους οφθαλμιάτρους. Είναι μια αρκετά ασυνήθιστη κατάσταση που επηρεάζει τον κερατοειδή- τον διάφανο εξωτερικό χιτώνα του ματιού. Εξ’ αιτίας του λείου καμπυλωτού σχήματος, ο υγιής κερατοειδής ενεργεί σαν ένας δυνατός φακός φέρνοντας τις ακτίνες φωτός στο σημείο εστίασης τους στο πίσω μέρος του ματιού (αμφιβληστροειδή). Εν’τούτοις στον κερατόκωνο ο κερατοειδής γίνεται προοδευτικά πιο κυρτός και κωνικός προκαλώντας μυωπία και αν η κυρτότητα είναι ανώμαλη δημιουργείται αστιγματισμός (παραμόρφωση της όρασης). Δεν είναι γνωστό το τι προκαλεί την ασθένεια αλλά υπάρχει ένα δυνατό γενετικό στοιχείο, έτσι ώστε πολλές φορές να είναι κληρονομική.

C3-R®-Θεραπεία Κερατόκωνου
Ο κερατόκωνος μπορεί να θεραπευτεί με μια νέα θεραπεία που ονομάζεται Διασύνδεση Κερατοειδικού Κολλαγόνου ( Cross-linking )   με ριβοφλαβίνη (C3-R®) . Η C3-R μπορεί να γίνει στο ιατρείο και διαρκεί 30 λεπτά Αυτή η νέα θεραπεία αυξάνει την σκληρότητα και την ακαμψία του κερατοειδή και σταθεροποιεί την εκτασία. Οι ασθενείς που πριν είχαν μια προοδευτική εκτασία και υπεβλήθησαν στην επέμβαση πριν πέντε χρόνια παρακολουθούνται από τότε χωρίς να έχουν παρουσιάσει περαιτέρω αλλαγές στην κατάσταση τους. Προς στο παρόν είναι άγνωστο αν τα αποτελέσματα της σταθερότητας της C3-R® στον κερατόκονο είναι μόνιμα αλλά η C3-R® θεραπεία θα μπορούσε ενδεχομένως να επαναληφθεί αν ήταν απαραίτητο.
 
Πως δουλεύει η C3-R® στον κερατόκωνο;
Το κύριο μέρος του κερατοειδή φτιάχνεται από ίνες κολλαγόνου που είναι διατεταγμένες σε δεσμίδες. Η σκληρότητα και η ακαμψία του κερατοειδή είναι εν μέρει καθορισμένα από το πόσο σφιχτά είναι συνδεδεμένες οι ίνες μεταξύ τους. Κατά την πορεία της ζωής ο κερατοειδής γίνεται προοδευτικά πιο άκαμπτος εξ’αιτίας του φυσικού cross-linking ανάμεσα στις ίνες.
 Η ριβοφλαβίνη (βιταμίνη Β12) είναι μια φυσική ουσία που απορροφά την UV ακτινοβολία. Εφαρμόζοντας τη ριβοφλαβίνη την ίδια στιγμή που το μάτι εκτίθεται σε μια UV πηγή φωτός, η ριβοφλαβίνη δεν επαυξάνει μόνο το cross-linking αποτέλεσμα τη ς ακτινοβολίας, αλλά επίσης απορροφά το φως σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην επεκταθεί  στα εσωτερικά στρώματα του κερατοειδή και οι ενδότερες δομές του οφθαλμού προστατεύονται από ενδεχόμενα καταστροφικά αποτελέσματα της UV ακτινοβολίας.
 
Οφέλη του C3-R® για τον κερατόκωνο
Η C3-R® για τον κερατόκωνο φαίνεται αποτελεσματική για τη σταθεροποίηση της προοδευτικής  εκτασίας και σε μερικούς ασθενείς η θεραπεία δίνει μια επιπρόσθετη μικρή βελτίωση της κερατοειδικής κυρτότητας και ανωμαλίας. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει μερική μείωση της μυωπίας και του αστιγματισμού που σχετίζονται με την εκτασία.
Στο παρελθόν το excimer laser για τη διόρθωση της μυωπίας ή του αστιγματισμού δεν ήταν δυνατόν να εφαρμοσθεί όταν υπήρχε εκτασία. Και αυτό επειδή αφαιρώντας κερατοειδικό ιστό με το laser, ο κερατοειδής γίνεται λιγότερος σταθερός και η εκτασία   χειροτερεύει. Εν’τούτοις, αφού η κατάσταση του κερατόκωνου σταθεροποιείται από τη C3-R® και διατηρείται η δομική σταθερότητα του κερατοειδή μπορεί πιθανόν να εκτελεσθεί περιορισμένος αριθμός οφθαλμικών επεμβάσεων laser.
 Η θεραπεία της οφθαλμικής επέμβασης laser συνήθως στοχεύει στη δημιουργία ενός πιο σφαιρικού σχήματος του κερατοειδή (custom ablation). Κάποια εναπομείνασα οπτική ατέλεια θα μπορούσε μετά ενδεχομένως να διορθωθεί με γυαλιά ή με μαλακούς φακούς επαφής καθώς και με ένθεση φακικών ενδοφακών.
 
Ρίσκα της C3-R® για τον κερατόκωνο
Η UV ακτινοβολία  είναι γνωστό ότι είναι καταστροφική για τα κύταρρα, και η θεραπεία του κερατόκωνου προκαλεί νέκρωση των  στρωματικών κυττάρων (κερατοκυττάρων) των εξωτερικότερων στρωμάτων του κερατοειδή. Εν΄τούτοις αυτά τα κύτταρα αντικαθίστανται από νέα κερατοκύτταρα που μεταναστεύουν από τα μη θεραπευμένα μέρη του κερατοειδή στην κεντρική περιοχή σε περίοδο μερικών μηνών μετά τη θεραπεία του κερατόκωνου C3-R®. Θεωρητικά η UV ακτινοβολία θα μπορούσε να καταστρέψει τα εσωτερικά ενδοθηλιακά κύτταρα του κερατοειδή και γι αυτό  το πάχος του κερατοειδή πρέπει να είναι τουλάχιστον 350 μικρά για να επιχειρηθεί μια σίγουρη θεραπεία κερατόκωνου C3-R®. Σε κλινικές μελέτες αρκετών ετών δεν έχει αναφερθεί καταστροφή ενδοθηλιακών κυττάρων. Αν και η  UV μπορεί να καταστρέψει ενδεχομένως το φακό και τον αμφιβληστροειδή, πιστεύεται ότι η ριβοφλαβίνη μπλοκάρει τη μετάδοση της UV σε βάθος έτσι ώστε δεν έχουν καταγραφεί τέτοιου είδους καταστροφές. Προς το παρόν τα μακροχρόνια αποτελέσματα της θεραπείας του κερατόκωνου είναι άγνωστα.
 
Πως γίνεται η θεραπείαC3-R®  του κερατόκωνου;
Η θεραπεία του κερατόκωνου C3-R® πραγματοποιείται με τοπική αναισθησία (κολλύρια). Η επιφανειακή επιθηλιακή στιβάδα κυττάρων αφαιρείται από το κεντρικό μέρος του κερατοειδή και εφαρμόζεται η  σταγόνα ριβοφλαβίνης. Αφού η ριβοφλαβίνη έχει εισχωρήσει καλά μέσα στο μάτι, η ακτίνα UV εστιάζεται πάνω στην κεντρική περιοχή του κερατοειδή για περίπου 30 λεπτά.
Τέλος τοποθετείται ένας θεραπευτικός μαλακός φακός επαφής. Ο φακός επαφής φοριέται για τρείς ή τέσσερις μέρες μέχρι η επιφανειακή επιθηλιακή στιβάδα κυττάρων να αναπτυχθεί ξανά. Κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών τα μάτια θα είναι ερεθισμένα και δακρυσμένα. Μερικές φορές υπάρχει μια μικρή θαμπάδα κάτω από το επιθηλιακό στρώμα για μερικούς μήνες μετά τη θεραπεία, αλλά η όραση σταθεροποιείται μέσα σε ένα μήνα περίπου.
Η C3-R® κατατέθηκε στο εμπόριο από το Boxer Wachler Vision Institute.
 
Ενδοκερατοειδικοί δακτύλιοι (intacs) για τον κερατόκωνο
Μια εναλλακτική θεραπεία για τον κερατόκωνο είναι η χρήση των Intacs, εμφυτευμάτων στα μάτια.Οι  Ενδοκερατοειδικοί δακτύλιοι είναι μια νέα χειρουργική θεραπεία για τον ήπιο κερατόκωνο.Όταν εισαχθεί στον κερατοειδή, το Intac κάνει το κεντρικό κερατοειδικό προφίλ πιο επίπεδο και πιο κανονικό και αυτό μειώνει την οπτική ατέλεια.Τα Intacs για τον κερατώκονο είναι σε σχήμα «C»  από υλικό   Perspex (polymethyl-methacrylate or PMMA), που εισάγονται βαθειά στο κερατοειδικό στρώμα. Αυτά σχεδιάστηκαν για τη θεραπεία της χαμηλής μυωπίας και τυπικά διορθώνουν δύο ή τρεις διόπτρες μυωπίας ή μυωπικού αστιγματισμού.Οι ασθενείς με κερατόκωνο συχνά έχουν μέτρια ή υψηλά επίπεδα μυωπίας και αστιγματισμού εξ’αιτίας της μη κανονικής κλίσης του κερατοειδή που υπάρχει.
 
Γι αυτούς τους ασθενείς, το Intac για τον κερατόκωνο θα μειώσει την οπτική ατέλεια στο μάτι και η εναπομείνασα μυωπία και ο αστιγματισμός μπορούν να διορθωθούν είτε με γυαλιά είτε με την ένθεση ενός εμφυτεύσιμου  φακού Επαφής (ICL), είτε με φακό Artisan.
 
Intacs για τον κερατόκωνο- χειρουργική διαδικασία
Η εισαγωγή του Intacs μπορεί να πραγματοποιηθεί με τοπική η γενική αναισθησία ανάλογα με την προτίμηση του ασθενή.
Μια τομή 2 mm δημιουργείται σε βάθος περίπου 2/3 του πάχους του κερατοειδή και ένα ειδικό όργανο χρησιμοποιείται για να προετοιμάσει το κανάλι στο οποίο εισάγεται το Intac για τον κερατόκωνο. Αφού τοποθετηθεί στη θέση του, χρειάζεται ένα μόνο ράμμα για να κλείσει το μικρό κερατοειδικό τραύμα. Κολλύρια χρησιμοποιούνται για μερικές εβδομάδες , αλλά ο ασθενής μπορεί να επιστρέψει κανονικά στις δραστηριότητες του αμέσως. Το κερατοειδικό ράμμα αφαιρείται μετά από μερικές εβδομάδες με την εφαρμογή αναισθητικού κολλυρίου.
 
Πλεονεκτήματα του Intac για τον κερατόκωνο
Η εισαγωγή του Intac είναι μια σχετικά γρήγορη και απλή χειρουργική διαδικασία συγκρινόμενη με άλλες επεμβάσεις για τον κερατώκονο όπως η επικερατοπλαστική, ή η εν τω βάθει πρόσθια στρωματική κερατοπλαστική -deep anterior lamellar keratoplasty (DALK). Για αυτούς που δεν επιθυμούν να έχουν ένα κερατοειδικό μόσχευμα, προσφέρει μια εναλλακτική προσέγγιση για διόρθωση των οπτικών ατελειών.
Φτιάχνοντας το σχήμα του κερατοειδή πιο κανονικό, το Intac για τον κερατόκωνο μπορεί ενδεχομένως να βελτιώσει την ποιότητα της όρασης που λαμβάνεται με διορθωτικά γυαλιά.
 
 Μειονεκτήματα του Intac για τον κερατόκωνο
Το Intac τυπικά διορθώνει εν μέρει τις οπτικές ατέλειες που παρουσιάζονται σε ένα ασθενή που υποφέρει από κερατόκωνο. Έτσι μπορεί να χρειαστεί επιπλέον οπτική βοήθεια ή χειρουργική παρέμβαση για να εξασφαλισθεί μια πλήρης οπτική διόρθωση Μερικές φορες η ποιότητα της όρασης που εξασφαλίζεται μετά την Intacs επέμβαση δεν είναι τόσο καλή όσο πριν την επέμβαση.
Στον κερατόκωνο ο κερατοειδής είναι λεπτός, έτσι υπάρχει κίνδυνος κερατοειδικής διάτρησης την ώρα της επέμβασης. Εάν συμβεί αυτό, η εισαγωγή των Intacs θα σταματήσει και μπορεί πιθανόν να δοκιμαστεί η επέμβαση ξανά αργότερα. Σπάνια, το Intac που έχει εισαχθεί επιτυχώς μπορεί να μετακινηθεί  μέσω του κερατοειδή και να εξωθηθεί στην κερατοειδική επιφάνεια. Σε αυτή την περίπτωση πρέπει να αφαιρεθεί.
Σε μερικές χειρουργικές επεμβάσεις υπάρχει ένα ενδεχόμενο για επιπλοκές από μολύνσεις ή ερεθισμούς στον κερατοειδή και  μπορεί να χρειαστεί η αφαίρεση των εμφυτευμάτων.
Επειδή η εισαγωγή των Intacs είναι σχετικά μια νέα διαδικασία, οι μακροπρόθεσμες συνέπειες τους δεν είναι γνωστές.