Γλαύκωμα

Το γλαύκωμα είναι μια πάθηση που οδηγεί στην απώλεια της όρασης απροειδοποίητα. Στα πρώιμα στάδια της νόσου είναι δυνατόν να μην υπάρξουν συμπτώματα. Ειδικοί εκτιμούν ότι οι μισοί άνθρωποι που έχουν γλαύκωμα μπορεί να μην γνωρίζουν ότι νοσούν. Η απώλεια της όρασης προκαλείται από βλάβη στο οπτικό νεύρο. Το οπτικό νεύρο παίζει το ρόλο ηλεκτρικού καλωδίου με πάνω από ένα εκατομμύριο σύρματα και είναι υπεύθυνο για την μεταφορά εικόνων από το μάτι στον εγκέφαλο.

Δεν υπάρχει προς το παρόν οριστική θεραπεία για το γλαύκωμα. Παρ’ όλα αυτά η φαρμακευτική θεραπεία ή η χειρουργική μπορούν να επιβραδύνουν ή να αποτρέψουν απώλεια της όρασης. Η κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση εξαρτάται μεταξύ, άλλων παραγόντων, από τον τύπο του γλαυκώματος. Η πρώιμη ανίχνευση είναι ζωτικής σημασίας για την αποτροπή της εξέλιξης της νόσου.

Παλαιότερα υπήρχε η πεποίθηση ότι η υψηλή πίεση στο μάτι, γνωστή και ως ενδοφθάλμια πίεση (ΕΟΠ), είναι η κύρια αιτία για την βλάβη του οπτικού νεύρου. Παρόλο που η ΕΟΠ είναι ξεκάθαρα ένας παράγοντας κινδύνου, πλέον γνωρίζουμε ότι πρέπει να υπεισέρχονται και άλλοι παράγοντες, διότι και άτομα με «φυσιολογικά» επίπεδα πίεσης μπορεί να υποστούν απώλεια όρασης, λόγω του γλαυκώματος.

Το γλαύκωμα των ενηλίκων χωρίζεται σε δύο κατηγορίες:

Α. το γλαύκωμα ανοικτής γωνίας και

Β. το γλαύκωμα κλειστής γωνίας.